Τρεις μύθοι και μια αλήθεια για τις τράπεζες

By: Avramidis Panagiotis, Assistant Professor of Finance and Quantitative Methods, Academic Director of MSc in Risk Management Program

Σε ένα αποτυχημένο οικονομικό μοντέλο όπως αυτό που εφαρμόστηκε στην Ελλάδα οι τράπεζες φέρουν την δική τους ευθύνη. Ωστόσο, αντί για γόνιμη κριτική παρατηρούμε μια άκριτη στοχοποίηση από την ελληνική κοινωνία στηριζόμενη σε έωλα επιχειρήματα και δόγματα του τύπου ότι για την κρίση φταίνε οι τράπεζες. Για την ανάδειξη του ουσιαστικού μέσα από το επίπλαστο, θα προσπαθήσω να αντικρούσω τρεις μύθους για το ρόλο των τραπεζών στη κρίση και θα παραθέσω την προσωπική μου άποψη για την πραγματική ευθύνη τους όπως αυτή προκύπτει από το ρόλο τους στην σύγχρονη οικονομική θεωρία. Η προσπάθεια αυτή δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως απόπειρα δικαίωσης των πρακτικών που ακολούθησαν οι τράπεζες. Του εναντίου, αποτελεί ουσιαστική κριτική απαλλαγμένη από τον μανδύα του μηδενισμού, των συνθημάτων και της δαιμονοποίησης.

Μύθος #1 Το χρέος το δημιούργησαν οι τράπεζες. Σε αντίθεση με την περίπτωση της Ιρλανδίας και εν μέρει της Ισπανίας, το χρέος της Ελλάδας δεν προέκυψε από την ανάγκη στήριξης του τραπεζικού συστήματος. Στα τέλη του 2009 οι ελληνικές τράπεζες, έχοντας αποφύγει τα τοξικά χρεόγραφα που προκάλεσαν την παγκόσμια κρίση του 2008, είχαν υγιείς ισολογισμούς, δανειακά χαρτοφυλάκια που εξυπηρετούνταν σε ποσοστό 93% και χρεόγραφα ελληνικού δημοσίου, αξιολογημένα ως χαμηλού πιστωτικού κινδύνου, τα οποία διακρατούσαν τόσο για οικονομικούς όσο και εποπτικούς λόγους. Επιπλέον, εξαιτίας των αυξημένων εισροών κεφαλαίων από το εξωτερικό, η ρευστότητα τους χαρακτηρίζονταν ισχυρή (250 δις ευρώ καταθέσεις και δείκτη δανείων προς καταθέσεις στο 110% με ευρωπαϊκό μέσο όρο στο 125%). Τέλος, ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας ξεπερνούσε το 13% συνεπικουρούμενος από τις κερδοφόρες χρήσεις. Ένα τέτοιο τραπεζικό σύστημα απέχει από το να χαρακτηριστεί προβληματικό, πολλώ δε μάλλον ως η γενεσιουργός αιτία του χρέους που ήδη το 2009 είχε ξεπεράσει το 120% του ΑΕΠ.

Μύθος #2 Οι τράπεζες δεν χάνουν ποτέ τα λεφτά τους. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να προσδιορίσουμε την έννοια της τράπεζας. Όπως κάθε επιχείρηση, η τράπεζα έχει διαφορετικούς δικαιούχους που περιλαμβάνουν τους επενδυτές (μετόχους και ομολογιούχους) τους μικροκαταθέτες, το προσωπικό και τους πελάτες. Το νομοθετικό πλαίσιο αλλά και η βέλτιστη πρακτική που εφαρμόζουν οι αρμόδιες αρχές προβλέπουν την προστασία των μικροκαταθετών, των πελατών και του προσωπικού. Σε αντίθεση, τόσο η νομοθεσία όσο και τα γεγονότα που ακολούθησαν το κούρεμα των ελληνικών ομολόγων το 2012 καταρρίπτουν το μύθο ότι οι επενδυτές των τραπεζών δεν χάνουν ποτέ. Συγκεκριμένα, η συνολική ζημιά για τους επενδυτές των συστημικών τραπεζών το 2012 ανήλθε σε 26 δις ευρώ ενώ εάν υπολογιστεί και η πρόσφατη επιδείνωση στις κεφαλαιοποιήσεις, η ζημιά για τους ιδιώτες επενδυτές (εξαιρουμένου του μεριδίου του ΤΧΣ) ξεπερνά τα 32 δις ευρώ. Εάν συμπεριληφθούν στα μεγέθη αυτά και οι ζημιές από τα υπόλοιπα τραπεζικά ιδρύματα που έπαψαν να λειτουργούν το ποσό πλησιάζει τα 50 δις ευρώ. Συνοψίζοντας, οι φορολογούμενοι δεν διασώζουν τους επενδυτές των τραπεζών αλλά τους υπόλοιπους δικαιούχους (μικροκαταθέτες, προσωπικό και πελάτες) οι οποίοι στην ουσία αποτελούν και το συντριπτικό μέρος της ίδιας της κοινωνίας που αναλαμβάνει το κόστος.

Μύθος #3 Οι τράπεζες δεν έχουν ουσιαστική εισφορά στην πραγματική οικονομία. Ο ρόλος των τραπεζών είναι ο μετασχηματισμός των βραχυπρόθεσμων καταθέσεων σε μακροπρόθεσμα δάνεια προς τις βιώσιμες επιχειρήσεις με στόχο τις νέες επενδύσεις, την επέκταση σε νέες αγορές και την καινοτομία. Σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα οι τράπεζες βοηθούν τις επιχειρήσεις στην κάλυψη των ταμειακών τους αναγκών και στις πληρωμές (εισαγωγές-εξαγωγές). Στα φυσικά πρόσωπα οι τράπεζες προσφέρουν ενυπόθηκα δάνεια δίνοντας την δυνατότητα απόκτησης ενός ακινήτου προεξοφλώντας τα μελλοντικά εισοδήματά τους. Σε μεταφορικό σχήμα, οι τράπεζες λειτουργούν όπως η καρδιά, διοχετεύοντας τα αναγκαία κεφάλαια στα ζωτικά όργανα της πραγματικής οικονομίας. Η συνεισφορά τους στην οικονομική ανάπτυξη είναι ουσιαστική αφού αυτές καθορίζουν ποιοι τομείς της οικονομίας έχουν προοπτικές και θα πρέπει να χρηματοδοτηθούν. Εκτός από την χρηματοδότηση, οι τράπεζες οφείλουν να παρακολουθούν τους δανειολήπτες και να επεμβαίνουν ακόμα και αναλαμβάνοντας και χρέη εκτελεστικού διευθυντή της δανειολήπτριας εταιρείας όταν παρατηρείται κατάχρηση των όρων ή κακοδιαχείριση των κεφαλαίων. Οι θεμελιώδεις αρχές της τραπεζικής, ήτοι ο μετασχηματισμός καταθέσεων σε δάνεια, η παροχή υπηρεσιών πληρωμών και η παρακολούθηση εξηγούν γιατί ιστορικά δεν υπάρχει κανένα μοντέλο βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης από το οποίο απουσιάζει το τραπεζικό σύστημα.

Αλήθεια #1 Οι τράπεζες συνέβαλαν στην ανάπτυξη ενός αποτυχημένου οικονομικού μοντέλου. Η υπέρμετρη χρηματοδότηση της κατανάλωσης είτε απευθείας μέσω καταναλωτικών δανείων και καρτών είτε μέσω της χρηματοδότησης των κρατικών ελλειμάτων σε βάρος της παραγωγής, της καινοτομίας και της υγιούς επιχειρηματικότητας αποτελούν στρέβλωση η οποία οδηγεί σε μη βιώσιμη ανάπτυξη. Χρηματοδοτώντας το εν λόγω μοντέλο ουσιαστικά οι τράπεζες ροκάνιζαν το κλαδί στο οποίο κάθονταν. Αλλά και στο εποπτικό τους ρόλο και την παρακολούθηση των δανειοληπτών οι τράπεζες τυφλωμένες από την υπερβολική αισιοδοξία και τα χαμηλά επιτόκια ακολούθησαν το δόγμα της wall street ότι «όσο διαρκεί η μουσική οι τράπεζες θα πρέπει να χορεύουν». Η θέσπιση χαλαρών κριτηρίων και η ελλιπής παρακολούθηση διόγκωσαν τους κινδύνους στους ισολογισμούς τους. Και αν ακόμα δεχτούμε ως ελαφρυντικό το γεγονός ότι η ασκούμενη οικονομική πολιτική καθόριζε τους κανόνες του παιχνιδιού, εντούτοις μια ιδιωτική τράπεζα που σέβεται τα συμφέροντα των δικαιούχων της οφείλει να απόσχει από την καταναλωτική φρενίτιδα είτε μειώνοντας την ανάληψη κινδύνου είτε μέσω της γεωγραφικής διαφοροποίησης.

Για την χειμαζόμενη από την οικονομική κρίση ελληνική κοινωνία, οι επιφανειακές αναλύσεις και η υιοθέτηση εύπεπτων συνθημάτων αποτελούν μια βολική εναλλακτική. Με τον τρόπο αυτό μπορεί να επιτευχθεί η χειραγώγηση της κοινωνίας με στόχο όχι την βελτίωση αλλά την κατάρρευση του οικονομικού συστήματος προς όφελος άλλων μοντέλων τα οποία η ιστορία έχει κρίνει ως μη βιώσιμα. Το μοναδικό ανάχωμα στην προσπάθεια αυτή είναι η ουσιαστική κριτική με επιχειρήματα και η ανάδειξη των αδυναμιών.

Οι σύγχρονες κοινωνίες έχουν ήδη κάνει βήματα προς αυτή την κατεύθυνση με αποτέλεσμα να εμφανίζονται νέες πρακτικές όπως το crowdfunding και το peer to peer lending που βελτιώνουν τα κακώς κείμενα του προηγούμενου πλαισίου. Όπως περιγράφει η δαρβινική θεωρία της εξέλιξης μόνο διαμέσου της φυσικής επιλογής, δηλαδή της απόρριψης των πραγματικών αδυναμιών, θα μπορέσουμε να φτάσουμε σε ένα βελτιωμένο χρηματοπιστωτικό σύστημα που θα προάγει την υγιή ανάπτυξη. Κάθε άλλη επιλογή θα επιφέρει μεγαλύτερο κόστος από τα οφέλη

originally published at ysterografa.gr

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s