Οι Συνέπειες της Διαχείρισης της Ευρωπαϊκής Κρίσης στις Αναπτυξιακές Προοπτικές της Ευρωζώνης

By: Dr. Panagiotis Avramidis
Adjunct Assistant Professor of Finance and Quantitative Methods and Academic Director of the MSc in Risk Management

Η έννοια της εμπιστοσύνης αποτελεί την θεμελιώδη αξία του σύγχρονου χρηματοπιστωτικού συστήματος όπως υποδεικνύει και η χρήση του όρου «πίστη» στην τραπεζική. Οι  αποφάσεις για την συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στην διαχείριση του κρατικού χρέους στην Ευρώπη, μπορεί να δικαιολογούνται δημοσιονομικά, πολιτικά ακόμα και ηθικά. Ωστόσο ανατρέποντας τις αντιλήψεις και τις προσδοκίες των επενδυτών, προκαλούν παράπλευρες απώλειες στις προοπτικές ανάπτυξης των οικονομιών της Ευρωζώνης και στην αποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής.

Μέχρι και πρόσφατα, τα επιτόκια των κρατικών ομολόγων ανεπτυγμένων Ευρωπαϊκών κρατών τιμολογούσαν ουσιαστικά τον κίνδυνο πληθωρισμού του νομίσματος στο οποίο εκδίδονταν, θεωρώντας τους υπόλοιπους κινδύνους πρακτικά ανύπαρκτους. Αντίστοιχα, οι καταθέσεις σε ένα τραπεζικό οργανισμό, οι οποίες ως ένα ποσό θεωρούνται εγγυημένες από το κράτος, μοιράζονται τα ίδια χαρακτηριστικά ασφάλειας με τα κρατικά ομόλογα και εξαιτίας του βραχυπρόθεσμου ορίζοντα επένδυσης, λογίζονται ως ισοδύναμες του χρήματος σε ρευστό (quasi-money).

Η επιτυχία της εισαγωγής του κοινού νομίσματος στην Ευρώπη εξάλειψε τις διαφοροποιήσεις μεταξύ του πυρήνα των κρατών με υψηλό αξιόχρεο και της περιφέρειας με χαμηλότερο αξιόχρεο. Ο συνδυασμός του χαμηλού πληθωρισμού και της ασφάλειας του κεφαλαίου είχε ως αποτέλεσμα την διατήρηση των επιτοκίων των κρατικών ομολόγων και τραπεζικών καταθέσεων σε χαμηλά επίπεδα.

Με τη σειρά του, το χαμηλό κόστος χρηματοδότησης οδήγησε στην διόγκωση τόσο του ελλείμματος προϋπολογισμού των κρατών όσο και των ισολογισμών των τραπεζών. Η απουσία των ελεγκτικών μηχανισμών (της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τα κράτη και των εποπτικών αρχών για τις τράπεζες) απλώς επέτεινε το πρόβλημα της υπερβάλλουσας οικονομικής μόχλευσης. Μάλιστα, οι κατευθυντήριες οδηγίες[1] του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για την εφαρμογή του πλαισίου της Βασιλείας ΙΙ στην Ευρωπαϊκή Ένωση, προέβλεπαν μηδενική επιβάρυνση σε εποπτικά κεφάλαια για όλα τα ομόλογα των χωρών μελών (δηλαδή όλες οι χώρες της ένωσης θεωρήθηκαν ως ΑΑΑ). Η δυνατότητα αύξησης του ενεργητικού χωρίς καμία κεφαλαιακή επιβάρυνση από την πλευρά των τραπεζών, δημιούργησε εποπτικό arbitrage, το οποίο αποτέλεσε σημαντικό παράγοντα της φθηνής χρηματοδότησης των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Με την έλευση της κρίσης, η ανάγκη μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος οδήγησε στην εφαρμογή περιοριστικών οικονομικών πολιτικών με αποτέλεσμα την ύφεση και την πιστωτική συρρίκνωση. Ο συνδυασμός αυτός αύξησε τον κίνδυνο στο ενεργητικό των Ευρωπαϊκών τραπεζών, ήτοι αυξήθηκαν οι επισφάλειες και μειώθηκε η αποτίμηση των χορηγήσεων. Συνέπεια αυτού ήταν η ανάγκη αναπροσαρμογής του παθητικού μέσω της ανακεφαλαιοποίησης.

Επιπλέον, η συμμετοχή των ιδιωτών στην αναδιάρθρωση του χρέους της Ελλάδος επέφερε πρόσθετο πλήγμα στο ενεργητικό των τραπεζών (όπου καταχωρούνται τα κρατικά ομόλογα που αγοράζουν οι τράπεζες) ενώ παράλληλα διέλυσε την αντίληψη ότι κάθε κρατικό ομόλογο σε Ευρώ αντανακλά τους ίδιους κινδύνους ανεξάρτητα της χώρας προέλευσης.  Ως αποτέλεσμα, οι επενδυτές αποτιμούν πλέον τον πιστωτικό κίνδυνο για κάθε χώρα της Ευρωζώνης ξεχωριστά (με εξαίρεση των χωρών με πιστοληπτική διαβάθμιση ΑΑΑ) αυξάνοντας σημαντικά το κόστος χρηματοδότησης της οικονομίας.

Η πρόσφατη απόφαση για την διαχείριση του Κυπριακού χρέους, προσθέτει μια επιπλέον διάσταση στην αναδιάταξη του παθητικού των τραπεζών, η οποία φάνταζε αδιανόητη μέχρι και πριν από λίγους μήνες. Επειδή η συνολική ανακεφαλαιοποίηση μέσω κρατικού δανεισμού (από την ΕΕ, το ΔΝΤ και την ΕΚΤ) θα δημιουργούσε μη βιώσιμο κρατικό χρέος, επιλέχθηκε η λύση της συμμετοχής των υπόλοιπων πιστωτών των Κυπριακών τραπεζών. Και επειδή οι τράπεζες δεν είχαν εκδώσει ικανό ποσό ομολόγων, μέρος των ζημιών θα επιβάρυνε τους καταθέτες, οι οποίοι είναι εν προκειμένω οι μεγαλύτεροι πιστωτές. Ταυτόχρονα η απόφαση αυτή επετύγχανε και τον δεύτερο στόχο της συρρίκνωσης του τραπεζικού τομέα της χώρας.

Το αποτέλεσμα των παραπάνω επιλογών είναι οι καταθέτες να τιμολογούν τον πιστωτικό κίνδυνο επιβαρύνοντας περαιτέρω το κόστος χρηματοδότησης της οικονομίας. Ήδη, εδώ και ένα χρόνο, οι αποδόσεις σε καταθετικά προϊόντα που προσέφεραν οι  Κυπριακές τράπεζες επί της ουσίας προεξοφλούσαν το κούρεμα των καταθέσεων.

Γίνεται αντιληπτό ότι σε μια παγκόσμια οικονομία με ελεύθερες κεφαλαιακές ροές, οι παραπάνω αποφάσεις έχουν μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην χρηματοδότηση των οικονομιών, εξαιτίας των συνθηκών ανταγωνισμού που οδηγούν σε στρεβλώσεις στις αποτιμήσεις. Επιπλέον, δυσχεραίνουν την εφαρμογή ενιαίας νομισματικής πολιτικής αφού τα χαμηλότερα επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δεν φτάνουν ποτέ στην πραγματική οικονομία των περιφερειακών κρατών της Ευρωζώνης.

Ουσιαστικά, το υψηλό κόστος χρηματοδότησης και η απουσία νομισματικής χαλάρωσης υποσκάπτουν τις αναπτυξιακές προοπτικές της Ευρωζώνης, τροφοδοτώντας πολιτικές και κοινωνικές εντάσεις.  Συνεπώς, οι επόμενες αποφάσεις για την διαχείριση ανάλογων κρίσεων, εκτός του βραχυπρόθεσμου οφέλους, θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη και τις μακροπρόθεσμες συνέπειες στις αντιλήψεις και τις προσδοκίες των επενδυτών.

[1] DIRECTIVE 2006/49/EC OF THE EUROPEAN PARLIAMENT AND OF THE COUNCIL

5 thoughts on “Οι Συνέπειες της Διαχείρισης της Ευρωπαϊκής Κρίσης στις Αναπτυξιακές Προοπτικές της Ευρωζώνης

  1. Αν η συμμετοχή των καταθετών στις ανακαιφαλαιοποιήσεις των τραπεζών αύξησε ακόμα περισσότερο τον πιστωτικό κίνδυνο από ότι είχε ήδη ξεκινήσει με τις διαφοροποιήσεις στην αξία των ομολόγων των κρατών, τότε οι πρόσφατοι περιορισμοί στη κίνηση κεφαλαίων (οι οποίοι κρίθηκαν και μοντέλο για τη συνέχεια των ανακαιφαλαιοποιήσεων και των άλλων τραπεζών της Ε/ζώνης από τον επικεφαλής του eurogroup) πόσο αύξησε ακόμα τον πιστωτικό κίνδυνο στην Ε/ζώνη και τη χρηματοδότηση των οικονομιών εφεξής;

    • Οι περιορισμοί στη κίνηση κεφαλαίων επι της ουσίας ακυρώνουν την έννοια της νομισματικής ένωσης. Σαφέστατα, το κόστος χρηματοδότησης για την περιφέρεια θα αυξηθεί περαιτέρω εξαιτίας της μετακίνησης κεφαλαίων από την περιφέρεια προς ασφαλέστερους προορισμούς είτε στον πυρήνα της ζώνης του Ευρώ είτε σε άλλες εκτός Ευρωζώνης οικονομίες.

  2. Pingback: Στην ευρωζώνη πια δεν έχουμε ζωή | Υπαρχει αλλος δρομος;

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s